επανεγγράφοντας τις εκβολές
2006 Σεφεριάδου Π _ Ζαρομύτη Ε
Το θέμα
της διπλωματικής είναι η συνθετική διερεύνηση ενός τμήματος του
"περαστικού κενού του Δενδροποτάμου", γνωστού και ως απόληξη του
Δυτικού Τόξου. Αυτό που ονομάζεται Δυτικό Τόξο είναι ένας άξονας που ξεκινά από
το Χορτιάτη για να καταλήξει σχεδόν κάθετα στο Θερμαϊκό, στο δυτικό άκρο της
πόλης.
Ένας
πρωταρχικός λόγος επιλογής της τοποθεσίας είναι η αγωνία μας για αυτόν τον
φυσικό πόρο, του οποίου τα περισσότερα ίχνη έχουν εξαφανιστεί ή αλλοιωθεί,
καθώς αφενός το μεγαλύτερο τμήμα έχει εγκιβωτιστεί και αφετέρου το μη κτισμένο
τμήμα του είναι ποιοτικά υποβαθμισμένο, μετατρέποντας τις "εκβολές"
του ουσιαστικά σε "αποβολές" πάσης φύσεως ρύπων. Ένας ακόμα λόγος
είναι ότι πέρα από τη φυσική αυτή του διάσταση, αυτός ο άξονας αποτελεί μία από
τις λιγοστές διεξόδους από βορά προς νότο, προς τη θάλασσα. Διαπιστώθηκε στην
ευρύτερη περιοχή της δυτικής εισόδου προς τη Θεσσαλονίκη μια έντονη παραλληλία
μεγάλων οδικών αξόνων προς την ακτογραμμή οι οποίοι δεν επιτρέπουν μια οπτική,
και πόσο μάλλον μια απτική προσέγγιση της.
Ένας πρώτος προβληματισμός
ως προς την συνθετική διερεύνηση είναι η αποκατάσταση της επικοινωνίας πόλης
και θάλασσας με όρους ροΐκότητας στο χώρο του "μη κτισμένου" τμήματος
του ρέματος. Αυτή η αποκατάσταση θα αναζητηθεί μέσα από το ίχνος της
ακτογραμμής, τον άμεσο δηλαδή παραλήπτη αυτής της κίνησης στο χρόνο. Ένας δεύτερος προβληματισμός
είναι η αναίρεση του ρόλου του ρέματος ως αυστηρού ορίου σε μια λογική όχι
απλής μετατόπισης ή στροφής, αλλά
δημιουργίας ζωνών μετάβασης. Αυτή η αναίρεση θα αναζητηθεί στο χειρισμό της
στροφής του ρέματος, την άμεση συνέπεια της αντιμετώπισής του ιστορικά ως όριο.
Στόχος μας είναι το ρέμα να μετατραπεί από ένα απλό γραμμικό όριο, στο οποίο
μάχονται και το διεκδικούν πόλη και ύπαιθρος, σε έναν ενδιάμεσο χώρο
μετάλλαξης.
Από τη δημιουργία του πρώτου βυρσοδεψείου του Νούσια πολλές μονάδες διαφορετικών
ιδιοκτησιών αναπτύχθηκαν σε μια άμεση συνδιαλλαγή με το κενό. Η περιοχή
μεταλλάσσεται σταδιακά συστήνοντας το σημερινό μωσαϊκό. Από τη δομική
προσέγγιση διαπιστώθηκε η μετάλλαξη στο χώρο. Τα μη ορισμένα πλήρη συναντώνται
είτε ως όγκοι είτε ως επιφάνειες είτε ως γραμμές, χωρίς όμως να μπορεί κανείς
να διακρίνει το όριο μετάβασης από τη μία δομή στην άλλη. Το ξέφτισμα αυτό της
δομής εντείνεται όσο αυξάνεται ο βαθμός εγγύτητας με το απόλυτο κενό της
θάλασσας. Οι τόποι μοιάζει να φέρουν χαρακτηριστικά ζωντανού οργανισμού, που
συνεχώς μεταλλάσσεται.
Καταρχήν η έννοια της μετάλλαξης και του ζωντανού οργανισμού, αλλά και η
σχέση του μωσαϊκού, μας παραπέμπουν συνειρμικά στα δέρματα. Η βασική λειτουργία
η οποία πραγματοποιείται στο χώρο των βυρσοδεψείων είναι η διαδικασία της
δέψης, δηλαδή η διαδικασία μετάλλαξης του δέρματος από ζωντανό οργανισμό σε
τεχνητό. Αντίστοιχα, η γραμμή αδεψίας,
όπως ονομάζεται, είναι ουσιαστικά μια τομή που γίνεται στα δέρματα κατά
διαστήματα, για να δούνε οι βυρσοδέψες εάν το δέρμα έχει χάσει κάθε φυσική του
υπόσταση. Επομένως, στη συνθετική διαδικασία της ίδιας της δομής μεταλλάσσουμε
τελικά την ανάγνωση με όρους κενού και πλήρους, σε ανάγνωση με όρους
επεξεργασμένου και μη δέρματος. Τα ορισμένα πλήρη και κενά θεωρούνται ως πλήρως
επεξεργασμένα δέρματα, ενώ τα μη ορισμένα πλήρη και κενά των βυρσοδεψείων και
του μικρού λιμανιού θεωρούνται ως μερικώς επεξεργασμένα δέρματα.
Στο αποτέλεσμα της συνθετικής διαδικασίας συστήνεται μια νέα σχέση με την
θάλασσα καθώς αυτό μεταλλάσσεται ανάλογα με την στάθμη της. Η κοίτη του ρέματος
αλλάζει μορφή συμβάλλοντας σε αυτό και η διαφορετική κάθε φορά ποσότητα υδάτων
που φέρει. Το νερό με την μεταβλητότητά της στάθμης του συνδιαλέγεται με την
μορφή, την αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται.
|





